Ίσως ποτέ στην Ελληνική Ιστορία, ένα τόσο μεγάλο έργο δεν προκάλεσε τόσες πολλές και έντονες αντιπαραθέσεις και δεν οδηγήθηκε σε τόσα αδιέξοδα, ακόμη και στα χρόνια που το χρήμα από την ΕΕ έρεε άφθονο και οι πολιτικές εξουσίες στήριζαν και προωθούσαν την υλοποίησή του.

Η εκτροπή του Αχελώου, ως ιδέα, μετρά σχεδόν 100 χρόνια από την αρχική της σύλληψη. Ήταν το 1925 όταν και πρωτοδιατυπώθηκε για να αρχίσει να μελετάται σε πιο ουσιαστικό επίπεδο στα τέλη της δεκαετίας του 1950, όταν πρωθυπουργός ήταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. Βασική αιτία του όλου εγχειρήματος ήταν το πρόβλημα που είχε προκύψει με την άρδευση του Θεσσαλικού Κάμπου, ιδίως για τις υδρόφιλες και επομένως υδροβόρες καλλιέργειες του βαμβακιού. Ωστόσο, σχεδόν μαζί με τις μελέτες ήρθαν και οι πρώτες αντιδράσεις τόσο από οικολογικές οργανώσεις όσο και (κυρίως τα πρώτα χρόνια) από κατοίκους των περιοχών στις οποίες η εκτροπή θα σήμαινε καταστροφή χωριών και περιουσιών.

Κι όμως, όταν ο Γεώργιος Παπανδρέου, το 1964, σε ομιλία του στην κεντρική πλατεία της Λάρισας, προχωρούσε στην εξαγγελία του έργου για πρώτη φορά, κανείς δεν μπορούσε να γνωρίζει το τι θα επακολουθούσε και ότι θα φτάναμε, 53 χρόνια μετά, το έργο να μην έχει προχωρήσει, παρά το γεγονός ότι έχει ήδη κοστίσει στη ΔΕΗ αρκετές εκατοντάδες εκατομμύρια για ενδιάμεσα έργα που στέκουν άχρηστα και χωρίς μέλλον, έχοντας ήδη προκαλέσει σημαντικές αλλοιώσεις στο φυσικό περιβάλλον μεγάλων σε έκταση περιοχών.

Χρειάστηκε, βέβαια, να μεσολαβήσουν πολλές ακόμη εξαγγελίες, προσπάθειες υλοποίησης που έπεφταν στο κενό, με κύρια αιτία τις συνολικά έξι προσφυγές στο ΣτΕ που έχουν γίνει μέχρι σήμερα και όλες δικαιώθηκαν. Ακόμη και οι κυβερνήσεις Ράλλη και Ανδρέα Παπανδρέου προχώρησαν σε ανάλογες εξαγγελίες, χωρίς ουσιώδες αποτέλεσμα. Η πρώτη ενέκρινε ποσό 200 εκατομμυρίων δραχμών για τη μελέτη, προκηρύσσοντας διεθνή διαγωνισμό, ενώ η δεύτερη κατάφερε, το 1985, να ξεκινήσει τα έργα για την εκτροπή στο στενότερο σημείο της κοίτης, στον άνω ρου του Αχελώου, στην περιοχή της Πίνδου. Ωστόσο, τότε ξεκίνησαν και οι εντονότερες αντιδράσεις, με τους κατοίκους του χωριού Μεσοχώρα να καταλαμβάνουν το εργοτάξιο του φράγµατος της ∆ΕΗ, στις 30 Μαΐου του 1990, μετά από σύγκρουση με τις αστυνομικές δυνάμεις. Το Φράγμα της Μεσοχώρας σήμερα, 27 χρόνια μετά τα επεισόδια, είναι ανενεργό και θα μείνει, πιθανότατα έτσι, μνημείο των κακών πολιτικών που είχαν ως αυτοσκοπό τα έργα, με ανεπαρκείς μελέτες και με απώτερο σκοπό την εξυπηρέτηση ιδιοτελών ή τοπικών μικροπολιτικών συμφερόντων.

ADVERTISING

Η κατασκευή των επιµέρους έργων για την εκτροπή ξεκίνησε το 1986, µε προϋπολογισµό κοντά στα 1,5 δισ. ευρώ και περιελάµβανε, µεταξύ άλλων, την κατασκευή τεσσάρων φραγµάτων και µιας μεγάλης σήραγγας. Το ύψους 150 μέτρων φράγμα της Μεσοχώρας και το υδροηλεκτρικό εργοστάσιο της Γλύστρας ήταν σχεδιασμένο να αποτελέσουν τα πρώτα και πλέον σημαντικά επιμέρους έργα. Στην αρχική μελέτη, το φράγµα θα δηµιουργούσε έναν ταµιευτήρα 7,8 τετραγωνικών χιλιομέτρων, που θα διοχέτευε το νερό πρώτα προς το εργοστάσιο της Γλύστρας για την παραγωγή υδροηλεκτρικής ενέργειας και, στη συνέχεια, προς το επόµενο φράγµα της Συκιάς, όπου θα σχηματιζόταν ο δεύτερος, μεγαλύτερος, ταμιευτήρας. Από εκεί, ένα μέρος των νερών θα ακολουθούσε τον δρόμο προς την άλλη πλευρά της Πίνδου, στον Θεσσαλικό Κάμπο, μέσω μιας μεγάλης σήραγγας μήκους 17,4 χιλιοµέτρων. Σύμφωνα με το αρχικό σχέδιο, η λεκάνη του Αχελώου θα µετέφερε στον Πηνειό περίπου 1,2 δις κυβικά µέτρα νερού τον χρόνο.

Ωστόσο, οι ενστάσεις ήταν από την αρχή πολλές και οι μελέτες όχι ικανές να πείσουν τα μέλη του ΣτΕ, κάθε φορά που η υπόθεση έφτανε στην τελική της φάση. Τα επιχειρήματα για την καταστροφή του περιβάλλοντος και τις σημαντικές επιπτώσεις και σε βάρος του ανθρώπινου παράγοντα ήταν ισχυρότερα. Άλλωστε, τα προεόρτια είχαν αρχίσει πολύ νωρίτερα. Υπήρχε από πολύ νωρίς η αίσθηση ότι η εκτροπή του Αχελώου ήταν ως έργο πολύ ξεπερασμένο, καθώς υπήρχε πάντα η εντύπωση ότι θα έλυνε μόνο προσωρινά το πρόβλημα του Θεσσαλικού Κάμπου, όσο οι πολιτικές για τη βιομηχανοποιημένη γεωργία στην περιοχή της Θεσσαλίας δημιουργούσαν αφόρητες πιέσεις και συνεχώς αυξανόμενη ζήτηση για νερό.

Ταυτόχρονα, τρεις σημαντικές επεμβάσεις που είχαν γίνει στο ποτάμι ανάμεσα στο 1950 και στο 1990 δεν είχαν αποδείξει ότι άξιζαν το κόστος και την περιβαλλοντική αλλοίωση που είχαν προκαλέσει σε συγκεκριμένες περιοχές. Οι επεμβάσεις αυτές αφορούσαν τη δημιουργία υδροηλεκτρικών φραγμάτων, των Κρεμαστών, του Καστρακίου, του Στράτου και το φράγμα του Ταυρωπού. Έγιναν, άλλωστε, σε εποχές που οι πληθυσμιακές μεταβολές στην Περιφέρεια, με την αστυφιλία, άλλαξαν πλήρως τα δεδομένα βάσει των οποίων τα έργα αυτά είχαν αρχικά σχεδιαστεί.

Ακόμη, το φράγμα των Κρεμαστών που θεωρείται ως το μεγαλύτερο γαιόφραγμα της Ευρώπης, με ύψος στάθμης νερού 153 μ. και πλάτος 500 μ. Σχηματίζοντας την τεχνητή λίμνη χωρητικότητας 4.700 εκατ. κυβ. Μέτρων, οδήγησε δεκάδες χωριά, γεφύρια, μνημεία της περιοχής στον αφανισμό τους. Τεράστιες περιοχές άλλαξαν πλήρως χαρακτήρα και μετατράπηκαν από αγροτικές σε τουριστικές. Σύμφωνα με οικολογικές οργανώσεις και κατά καιρούς περιβαλλοντικές μελέτες, σε αρκετές περιοχές υπήρξε σημαντική αλλαγή στο κλίμα, ενώ σημαντικές υπήρξαν οι επιπτώσεις και στο ζωικό βασίλειο. Από το 160ο χιλιόμετρο ο Αχελώος είχε ήδη αλλάξει χαρακτήρα και από φυσικό ποτάμι είχε μετατραπεί σε υπόγειο και εγκιβωτισμένο ρέμα. Οι εκπρόσωποι των οικολογικών οργανώσεων φοβούνται ότι μια τόσο μεγαλύτερη αλλαγή, όπως αυτή που σχεδιάστηκε με την εκτροπή του ποταμού, θα μπορούσε να αφανίσει τη ζωή στο εκπληκτικής ομορφιάς και μεγάλης οικολογικής αξίας δέλτα του ποταμού, προς το Ιόνιο, που αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους υγροβιότοπους της Μεσογείου.

Σήμερα, Πέμπτη, και μετά και την εξαγγελία του Αλέξη Τσίπρα που βάζει οριστικά στο χρονοντούλαπο τα σχέδια για την εκτροπή του Αχελώου, τα μόνα πράγματα που θα τα θυμίζουν θα είναι τα μισοτελειωμένα έργα στην Πίνδο, το φράγµα της Συκιάς, η τεράστια σήραγγα του Πευκόφυτου και το φράγµα της Μεσοχώρας, το οποίο έχει σχεδόν ολοκληρωθεί και κόστισε στη ΔΕΗ σχεδόν 500 εκατομμύρια ευρώ. Θα είναι όμως, και μνημεία μιας εκτεταμένης περιόδου με πολιτικές που θυσίαζαν το συλλογικό συμφέρον στον βωμό μιας αμφιλεγόμενης φιλοσοφίας ανάπτυξης και δεν υπολόγιζαν το περιβαλλοντικό κόστος, ούτε γνώριζαν τη σημασία των όρων Αειφορία και Βιώσιμη Ανάπτυξη.