Στις συμπληγάδες μεταξύ των διαφορετικών απόψεων Βερολίνου και ΔΝΤ για χρέος και πλεονάσματα μετά το 2018, μπαίνει σήμερα η ελληνική διαπραγματευτική ομάδα με στόχο την καλύτερη δυνατή συμφωνία μέχρι και τις 22 Μαΐου.

Από τις χθεσινές δηλώσεις, που έγιναν στην Ουάσινγκτον στο προσκήνιο ήρθε το θέμα των δημοσιονομικών στόχων, μετά το τέλος του ελληνικού προγράμματος το 2018. Η επικεφαλής του ΔΝΤ μίλησε ξανά για λογικά πρωτογενή πλεονάσματα υπονοώντας σαφώς το χαμήλωμα του πήχη για τα πρωτογενή πλεονάσματα πολύ κάτω από το 3,5% του ΑΕΠ.

Ο Γερμανός υπουργός οικονομικών κ. Βόλγκανγκ Σόιμπλε άρπαξε την ευκαιρία που του έδινε η παραδοχή του ΔΝΤ για πρωτογενές πλεόνασμα 3,3% του ΑΕΠ το 2016. Είπε ότι τα τελευταία δύο χρόνια οι ελληνικές προβλέψεις είναι πιο ακριβείς από αυτές του ΔΝΤ εγκαλώντας παράλληλα τους οικονομολόγους του Ταμείου και ζητώντας τους να «αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα».

Βεβαίως στο πίσω μέρος του μυαλού του, έχει ένα ατράνταχτο επιχείρημα ότι κάτω από αυστηρή εποπτεία η Ελλάδα μπορεί να επιτυγχάνει υψηλά πλεονάσματα. Συνεπώς δεν χρειάζεται να υποχωρήσει - πολύ - από την θέση του για πολυετή υποχρέωση της Ελλάδας να επιτυγχάνει πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ.

ADVERTISING

Παράλληλα στηρίζει και την πάγια θέση του ότι η βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους θα χρειαστεί λιγότερα μέτρα, που θα εφαρμοστούν αργότερα, μειώνοντας έτσι το κόστος - κυρίως - για την Γερμανία και της άλλες χώρες της Ευρωζώνης.

Σε αυτήν την λογική έδειξε να κινείται και ο επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας κ. Κλάους Ρέγκλινγκ ο οποίος αναφερόμενος στο δεύτερο σημαντικό θέμα για την Ελλάδα την ελάφρυνση του χρέους εξέφρασε μια θέση το λιγότερο «διφορούμενη». Είπε ότι δεν μπορούμε από τώρα να ξέρουμε αν το ελληνικό χρέος είναι βιώσιμο, αφού η περίοδος μέχρι και την εξόφληση του είναι μέχρι και το 2060. Για τον λόγο αυτό είναι δύσκολο να υπολογιστούν με ακρίβεια ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.

Μίλησε όμως για «εύκολα» μεσοπρόθεσμα μέτρα της πρότασης του ΕΜΣ κλείνοντας το μάτι στο ΔΝΤ, τονίζοντας ότι το χρέος της Ελλάδας προς το Ταμείο μπορεί να αγοραστεί με τα παρακρατούμενα από το 2013 κέρδη από τα ελληνικά ομόλογα που παρακρατούν η ΕΚΤ και οι άλλες Κεντρικές Τράπεζες.

Πλεόνασμα μαμούθ

Το κακό είναι, ότι στην σημερινή ανακοίνωση που θα κάνει η ΕΛΣΤΑΤ θα «επιβεβαιώσει» τον κ. Σόϊμπλε. Τούτο διότι αναμένεται να υπολογίζει πρωτογενές πλεόνασμα για το 2016 που θα αγγίζει το 3,9% του ΑΕΠ, πράγμα που σημαίνει ότι αν δεν είχε δοθεί το βοήθημα στους συνταξιούχους τον περασμένο Δεκέμβριο θα είχε φτάσει στο 4,1 -4, 2% του ΑΕΠ.

Τούτο δε την στιγμή που ο στόχος του προγράμματος ήταν για πρωτογενές πλεόνασμα 0,5% του ΑΕΠ, δηλαδή περίπου επτά φορές μικρότερος.

Κρίσιμες συναντήσεις

Σε αυτό το ηλεκτρισμένο κλίμα θα γίνουν και οι συναντήσεις του υπουργού οικονομικών κ. Ευκλείδη Τσακαλώτου και του αναπληρωτή υπουργού οικονομικών κ. Χουλιαράκη και του υπουργού οικονομίας και ανάπτυξης κ. Δημήτρη Παπαδημητρίου, που θα συναντηθούν σήμερα με όλους τους πρωταγωνιστές της συνολικής συμφωνίας για το ελληνικό πρόγραμμα.

Οι συναντήσεις θα ξεκινήσουν με την επικεφαλής του ΔΝΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, όπου εκτός από τα μέτρα που θα οριστικοποιηθούν με την επιστροφή των θεσμών στην Αθήνα οι Έλληνες υπουργοί θα πάρουν και μια συνολική εικόνα για τις συζητήσεις που θα γίνουν στο παρασκήνιο και τις προθέσεις του ταμείου για την Ελλάδα.

Οι επόμενες δύο συναντήσεις θα είναι πρώτα με το πρόεδρο του Eurogroup κ. Γερούν Νταϊσελμπλούμ και στην συνέχεια με το Γερμανό υπουργό οικονομικών κ. Βόλφγκανγκ Σόϊμπλε. Εκεί η ελληνική διαπραγματευτική ομάδα θα έχει την εικόνα την πλειοψηφίας του Eurogroup για το ελληνικό πρόγραμμα.

Η τελευταία συνάντηση της ημέρας θα είναι αυτή με τον Γάλλο υπουργό οικονομικών κ. Μισέλ Σαπέν.

Το Σάββατο η ελληνική αποστολή θα συναντηθεί υφυπουργό οικονομικών των ΗΠΑ κ Αντυ Μπάουκολ τον επίτροπο Πιέρ Μοσκοβισί και τον Πώλ Τόμσεν.

Η ελληνική ομάδα προσέρχεται στις συναντήσεις όχι μόνο για να ακούσει αλλά και για να θέσει τους όρους της. Ο πρώτος είναι ότι τα πρόσθετα μέτρα για την διετία 2019 -2020 δεν θα εφαρμοστούν αν δεν ενεργοποιηθούν και τα μέτρα για το χρέος .

Ο δεύτερος είναι ότι οι Ευρωπαίοι δανειστές θα πρέπει να περιορίσουν τους δημοσιονομικούς στόχους μετά το 2018, αν θέλουν να συνεχιστεί η δημοσιονομική σταθερότητα.